URLs for Books

Your last ebook:

You dont read ebooks at this site.

Total ebooks on site: about 25000

You can read and download its for free!

Ebooks by authors: A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z 
Valaoritis, Aristotelis / Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος
Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George
Canonis. Italian text was corrected by Carlo Traverso





Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. Words in italics have been included in _.
Fotnotes have been cnverted to endnotes.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί
σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο
τέλος του βιβλίου.



ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ

ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ

ΥΠΟ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΟΥ,


ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΥΠΟ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ,

ΤΥΠΟΙΣ Χ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΩΣ.
(Παρά τη πύλη της Αγοράς αριθ. 4)

1867.




ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟΙΣ.



ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.



ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ.



»Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη
Τώρα που ανθίζουν τα κλαριά, που βγάν' η γη χορτάρι.»


Ειδόν ποτε μητέρα οικτρώς οδυρομένην επί του τάφου του μονογενούς
αυτής τέκνου, και σιωπηλώς και μετά σεβασμού υπό ανεκφράστου
βαρυθυμίας κατεχόμενος ετόλμησα να προσέλθω επ' ελπίδι, ότι
ήθελον δυνηθή μικράν τινα να προσενέγκω ανακούφισιν εις το
αφόρητον άλγος της πενθούσης διά των τετριμμένων εκείνων
παραινέσεων, δι' ων συνήθως πειρώμεθα να καταστείλωμεν τας
ακαθέκτους εκρήξεις ηπηλπισμένης τινός καρδίας.

Ούτε κυπάρισσοι ούτε ιτέαι ούτε πολύτιμα άνθη ούτε σιδηραί
κιγκλίδες ούτε μάρμαρα περιεκόσμουν ή επεσκίαζον το τελευταίον
εκείνο κατοικητήριον. Είς μόνος ανεξέργαστος λίθος εσημείου την
κεφαλήν και επ' αυτού εκάπνιζεν ο νεκρολίβανος, καιόμενος εντός
του κοιλώματος ευτελούς κεράμου. — Το χώμα προσφάτως ανασκαφέν
εφαίνετο εξωγκωμένον και κύκλω ολίγη χλόη εχάραττε τα στενώτατα
όρια, εν οις πάντα περικλείονται τα ανθρώπινα. — Ένθεν κακείθεν
άλλα διεσπαρμένα μνήματα και έν τινι γωνία προσηλωμένον επί
γηραιάς ελαίας το σήμαντρον του κοιμητηρίου, πολλαχώς εκ της
σκωρίας πεποικιλμένον και μη κινούμενον παρά διά μακρού σχοινίου
έρποντος σπειροειδώς περί τον απηρχαιωμένον κορμόν.

Μετά θρησκευτικού φόβου προσεγγίσας και ιδών την γυναίκα
γονυπετή, φέρουσαν επί του τραχήλου ατάκτως λελυμένην την κόμην,
δρύπτουσαν διά των ονύχων τας παρειάς και αδιαλείπτως ποτέ μεν
καταφιλούσαν την γην, ποτέ δε κλίνουσαν το ωτίον επί του μνήματος
και ωσανεί ακροαζομένην της φωνής του τεθνεώτος, ησθάνθην εμαυτόν
συντετριμμένον, και καταληφθείς υπό αφάτου συγκινήσεως έμεινα
ασκεπής και όρθιος απέναντι του μητρικού πάθους μη τολμών να
διαταράξω τον μυστηριώδη διάλογον, δι' ου προφανώς ετίθετο εις
συγκοινωνίαν η ζώσα προς τον εν τω άδη πεφιλημένον αυτής υιόν.

Ήκουσα τότε πρώτον, μετά βαθυτάτης κατανύξεως, τα κάλλιστα των
ημετέρων μ ο ι ρ ο λ ο γ ί ω ν και έμεινα μέχρι τέλους απορροφών
τας αναθυμιάσεις της νεκρικής εκείνης ποιήσεως, ίσως
προαισθανόμενος ότι έμελλε να έλθη ποτέ ώρα, καθ' ην θρηνωδών κ'
εγώ ήθελον δυνηθή ν' αποτίσω την οφειλήν μου προς εκείνους,
οίτινες, αφού τα ιερά αυτών λείψανα διέσπειραν απανταχοΰ της
Ελλάδος προς γονιμοποίησιν του πολυπαθούς ημών εδάφους, κείνται
αμνημόνευτοι, αμοιρολόγητοι.

Ούδ' έπαυον αι ολολυγαί της τρισαθλίας μητρός! Η θύελλα του
κοπετού προέβαινεν αεννάως, οι δε στεναγμοί συνοδευόμενοι υπό
οδυρμών και ραγδαίων δακρύων τηλικαύτην είχον λάβει επίτασιν,
ώστε δεν εδυνάμην πλέον ούτε του μέτρου την αρμονίαν ούτε των
ιδεών την συνάφειαν να παρακολουθήσω. Και όμως ανωτέρα τις και
ακαταμάχητος δύναμις μ' εκράτει ακίνητον επί του εδάφους, όπου
διεδραματίζετο το ελεεινόν θέαμα. Ο διάλογος ανεξάντλητος. Νέαι
ερωτήσεις προεκάλουν νέας απαντήσεις, αφ' ενός η ζωή εκθέτουσα τα
του κόσμου, αφ' ετέρου ο θάνατος αφηγούμενος τα του άδου, φοβερά
και σπαραξικάρδιος συνέντευξις εμπνέουσα απερίγραπτον τρόμον αλλά
συνάμα επιχέουσα απροσδοκήτους παραμυθίας διά του ύψους και της
καλλονής των αισθημάτων άτινα εγείρονται εκ της πενθίμου εκείνης
παραστάσεως.

Μεταξύ των αδομένων ήκουσα ως παρά του νεκρού απαγγελλόμενον και
το επί κεφαλής των προλεγομένων μου δίστιχον. Και αφ' ου επί
πολύν χρόνον έμεινε τεθαμμένον εν τη καρδία μου, έκαστον δε αυτού
στοιχείον, εκάστη συλλαβή υπήρξαν τα ψιχία, εξ ων πολλάκις
ετράφησαν τα ποιητικά μου ονειροπολήματα, έρχεται πάλιν ακέραιον
εν πάση τη αρχική αυτού καλλονή, τοιούτο οίον εξήλθε των χειλέων
του ποιήσαντος αυτό, περιβεβλημένον την αμίμητον αρμονίαν και
ώσπερ αναδεδυκός εκ του πελάγους των αισθημάτων, εν οις ευρέθη
βεβυθισμένη η μεγαλουργός ψυχή του αγωνιώντος ποιητού, έρχεται,
λέγω, πάλιν να με συνοδεύση κατά τον νέον διάπλουν ον επεχείρησα.

Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο χάρος να με πάρει
Τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά, που βγάζ' η γη χορτάρι!

Το εύοσμον, το αειθαλές τούτο άνθος ομολογουμένως εβλάστησεν εκ
των σπλάγχνων του Αθανασίου Διάκου, ουχί διότι βεβαιούται παρά
των ιστορικών, (1) ούτε διότι η κοινή συνείδησις επεκύρωσε την
παράδοσιν, αλλά διότι προς τους τα τοιαύτα μεμυημένους εν ταις
ολίγαις εκείναις λέξεσι διασώζεται φωτογραφημένος ο ήρως, ο
θεοσεβής αθλητής, το πρότυπον του ηθικού και φυσικού κάλλους, ο
αληθής και γνήσιος γόνος του μεσαιωνικού αρματωλισμού, ο σεμνός
μαχητής, ο απόστολος ο αποδεχόμενος εν πλήρει πνεύματος ηρεμία
τας βασάνους του μαρτυρίου, αλλά και ομολογών πάσαν την πικρίαν
ην παρήγαγεν εν αυτώ η συναίσθησις του θανάτου εν στιγμή, καθ' ην
μετά της ανθοστεφούς ανοίξεως ήρχοντο αναφυόμενοι και οι πρώτοι
βλαστοί της εθνικής αναγεννήσεως. Η διάγνωσις αύτη είναι
ακράδαντος, ίσταται δε υπεράνω της μαρτυρίας των χρονογράφων και
του κύρους της κοινής γνώμης. Άλλως προς τα όμματα εμού, οι δύο
εκείνοι στίχοι τεταγμένοι παραλλήλως περιέχουσι τοσαύτην ευωδίαν
και διεγείρουσιν εντυπώσεις τοσούτον θελκτικάς ώστε οσάκις στρέφω
επ' αυτούς το βλέμμα, διακρίνω νοερώς ιχνογραφημένων την λάρνακα
ένθα καθεύδει η καρδία του τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρες.

Ουδεμία λοιπόν αμφιβολία περί της γνησιότητας του βραχύτατου αλλ'
απεράντου εκείνου θρήνου. Είναι βαρύτιμον κληροδότημα
μεταβιβασθέν παρά του Διάκου εις τους ποιητάς της νέας Ελλάδος,
είναι κελάδημα ικανόν να συγκινήση τους ανυδροτέρους οφθαλμούς
και τας τραχυτέρας καρδίας. Κατέστη δε τοσούτον δημοτικόν ώστε
σπανίως παραλείπεται οσάκις στενώτατός τις εκ των οικείων λαλή
αντί του τεθνεώτος και μέμφεται την μοίραν ήτις ηθέλησε να τον
αφαρπάση ενώ μόλις σφριγών και νέος έθετε τον πόδα εντός των
ανθώνων της ζωής και του κόσμου.

Αλλ' ως αναντίρρητον ότι ποιητής αυτοσχέδιος της μυροβλήτου
στροφής υπήρξεν ο Διάκος, ούτω και αληθές ότι αφότου ευτύχησα ν'
ακούσω το νεκρώσιμον άσμα, εγεννήθη εν τη διανοία μου η ιδέα του
επομένου στιχουργήματος, ουδ' έπαυσα διαλογιζόμενος τίνι τρόπω να
εξυμνήσω επαξίως τον γίγαντα της Δωρίδος και πώς να τελέσω
μνημόσυνον υπέρ ψυχής πληρούσης απ' άκρου εις άκρον της φαντασίας
μου το στερέωμα.

Η ιδέα αυτή μ' εβασάνιζεν ασχολούμενον περί τον καταρτισμόν του
ημετέρου εθνικού μαρτυρολογίου. Σήμερον δε ότε παρίσταμαι ίνα
καταθέσω επί της γης, ήτις έπιε το αίμα του αειμνήστου θύματος,
το ευτελές θυμίαμά μου, σήμερον τρέμω μη αναδειχθώ ανάξιος και μη
υπό το μέγεθος τηλικούτου επιχειρήματος αποκαλυφθή πάσα η
μικρότης και η αδυναμία μου.

Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης ο μεγάθυμος ήρως, ο εν μέσω των
καταιγίδων του χειμώνος ευαρεστηθείς να συμβιώση μετ' εμού, ο επί
μήνας ολοκλήρους επισκιάσας τον ύπνον μου, ο παρακολουθήσας τα
διαβήματά μου εν ξηρά και θαλάσση, ο μετά στοργής ακροασάμενος
των μυστικών μου θλίψεων επί του ερήμου σκοπέλου ένθα
προσωρμίσθην.

Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης!

Μ α δ ο υ ρ ή.

Περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος εγεννήθη εν
Μουσουνίτζα της Παρνασσίδος ο Αθανάσιος Γραμματικός, προπάτωρ του
ημετέρου ήρωος. — Νέος έτι την ηλικίαν ησπάσθη το στάδιον των
όπλων και μεθ' ενός αδελφού κ' ενός πρωτεξαδέλφου κατετάχθη εις
την αρματωλικήν συμμορίαν του εξ αγίας Ευθυμίας διαβοήτου
Κωσταντάρα. — Περί του εν γενναίοις τούτου γενναίου κρίνω
περιττήν πάσαν μνείαν, ου μόνον διότι φοβούμαι μη δικαίως μ'
επικρίνη τις ως περιττολόγον, αλλά διότι και ακριβή βιογραφίαν
αυτού εξέδωκε πρό τινος χρόνου ο αξιότιμος φίλος μου Κωνσταντίνος
Σάθας (2), προς ον απευθύνω δημοσία χάριτας δι' ας μετά
παραδειγματικής προθυμίας μοι έδωκε πολυτίμους ιστορικάς
ειδήσεις, παραλαβών με συμμέτοχον του θησαυρού ον απεταμίευσεν
ούτε θυσιών φειδόμενος ούτε μόχθων, αλλά νύχτα και ημέραν
εργαζόμενος, όπως διασώση εκ του ολέθρου τα άθλα και τα ονόματα
των υπέρ πίστεως και πατρίδος επί τέσσαρας όλους αιώνας
αγωνισαμένων.

Μετά τον θάνατον του Κωσταντάρα συνεκρότησεν ο Γραμματικός ίδιον
σώμα δι' ου έβλαπτε συνεχώς τους εν Παρνασσίδι και Δωρίδι
Οθωμανούς. Αλλά πεσόντος του αυταδέλφου έν τινι συμπλοκή και
πολλών εκ των εταίρων διασκορπισθέντων, το μεν σώμα ταχέως
διελύθη, ο δε Αθανάσιος τυχών αμνηστείας απεσύρθη εις την πατρίδα
αυτού, όπου και ετελεύτησε καταλιπών τρεις υιούς τον Μήτρον, τον
Κωστούλαν, τον Νίκον, και μίαν θυγατέρα την Στάμω.

Ο Μήτρος και ο Κωστούλας συνεστράτευσαν και συνηγωνίσθησαν μετά
του εκ Βουνιχώρας Βλαχοθανάση, ύστερον δε συνετάχθησαν τω
Ανδρούτζω παραλαβόντι την αρχηγίαν, και παρηκολούθησαν πιστώς εις
την τρικυμιώδη πνοήν της λαίλαπος εκείνης. — Και ο μεν Κωστούλας
αξίως λόγου μαχόμενος έπεσε κατά την εν έτει 1796 αείμνηστον διά
της Πελοποννήσου κάθοδον του Ανδρούτζου. Ο δε Μήτρος συμμαχήσας
μετά του Λουκά Καλλιακούδα εφονεύθη και ούτος εν τη κατά το 1802
μάχη της Καβρολίμνης. — Ο μόνος επιζήσας εκ των τριών αδελφών
Νίκος αφιερωθείς παιδιόθεν εις τον ποιμαντικόν βίον, έζησεν εν
Μουσουνίτζα, τελευτήσας δε εν έτει 1809 κατέλιπε δύο υιούς, τον
Μήτρον επωνομαζόμενον Μασσαβέταν, ως υιοθετηθέντα παρά του
Ιωάννου Μασσαβέτα ατέκνου συζύγου της εκ πατρός θείας αυτού
Στάμως, και τον Α θ α ν ά σ ι ο ν. —

Ούτος εγεννήθη κατά τινας μεν περί τα 1792 (3) κατά δε τον γηραιόν
φίλον μου Ιωάννην Φιλήμονα, όστις μόνος εκ των ημετέρων
ιστοριογράφων εκόσμησε το πολύτιμον Δοκίμιόν του διά βιογραφικών
λεπτομερειών ικανών να δώσωσιν ακριβή τινα του Διάκου εικόνα,
περί τα 1780. — Η διαφωνία αύτη ευκόλως εξηγείται εάν τις λάβη
υπ' όψιν την αθλίαν κατάστασιν εν η διετέλει τότε χώρα
διοικούμενη υπό αλλοφύλων ουδόλως ενδιαφερομένων περί τακτικής
και επισήμου πιστοποιήσεως των γεννήσεων και των θανάτων.

Ο Αθανάσιος μόλις έφηβος εισήχθη παρά του πατρός ως δόκιμος εις
την παρά τον Ερινεόν, (Αρτοτίναν), μονήν του αγίου Ιωάννου του
Προδρόμου όπου μετ' ολίγον και εχειροτονήθη Δ ι ά κ ο ν ο ς.

Η πρώτη αύτη δοκιμασία βεβαίως συνέτεινε προς διάπλασιν της ψυχής
του νεοφύτου και εις ταύτην οφείλει τις ν' αποδώση την κοσμιότητα
του βίου, την παραδειγματικήν μετριοφροσύνην και την προς τον
Θεόν απέραντον και ανεξάντλητον αυτού πίστιν. Τοιουτοτρόπως ο
ιερατικός χαρακτήρ συνδυασθείς ύστερον μετά του πολεμικού
πνεύματος κατέστησεν αυτόν πρότυπον θεοσεβείας και γενναιότητος.
Ου μην αλλά και υπήρξεν η ασφαλεστέρα σανίς, ην ενηγκαλίσθη και
δι' ης θαυμασίως εσώθη ότε διέπλευσε τον στενώτατον και
πολυκύμαντον πορθμόν μεταβαίνων από του πελάγους της ζωής εις τον
αχανή της αιωνιότητος ωκεανόν. Διό και απ' αρχής μέχρι τέλους του
ποιήματός μου προσεπάθησα παντί σθένει να διατηρήσω σώαν την
διπλήν ιδιότητα και να μη διαζεύξω ποτέ τα στοιχεία τα
απαρτίζοντα την ψυχήν του Διάκου, την του μοναχού και την του
στρατιώτου.

Καίτοι περιφρουρουμένου εντός θείας ακροπόλεως περιλάλητος
εγένετο η σπανία του νέου καλλονή και Φερχάτβεής τις εκ των
αγάδων της Δωρίδος βαθύπλουτος και λάγνος επεθύμησε να ίδη εκ του
πλησίον το άνθος όπερ έθαλλεν εν ταις αγκάλαις της εκκλησίας. —
Εγκαίρως πληροφορηθείς ο Αθανάσιος, τη προτροπή του Ηγουμένου
λάθρα ανεχώρησε (4) και κατέφυγεν εις την επί των ορέων της
Δωρίδος ενδιαιτωμένην συμμορίαν του Δήμου Σκαλτζά και του Γούλα.
Εκείθεν απηύθυνε προς τον αισχρόν Οθωμανόν απειλητικήν επιστολήν
εν η περιέκλεισε και το ξυρισθέν γένειον ως σύμβολον του πολέμου
ον εκήρυττεν έκτοτε προς τους εχθρούς της Ελλάδος. — Απεκδυθείς
δε το ράσον, περιεβλήθη τον περιφανή των αρματωλών χιτώνα, έζωσεν
επί τον μηρόν την ρομφαίαν και ούτω μετεσχηματισμένος έλαμψε
κεραυνοβόλος ως αν ήθελεν ανατείλη επί του μετώπου του προφητικόν
τι και ανέσπερον σέλας.

Από της εποχής εκείνης προς ανάμνησιν της πρώτης του βίου του
περιπετείας, παρήτησε το πατρογονικόν επώνυμον και ησπάσατο το
του υπηρέτου της Εκκλησίας υπογραφόμενος αείποτε (ως προκύπτει εκ
των πρωτοτύπων επιστολών αυτού) Α θ α ν ά σ η ς Δ ι ά κ ο ς. (5)

Συναγωνιζόμενος μετά του Σκαλτζά και του Γούλα δεν εβράδυνεν ο
πρωτόπειρος πολεμιστής να διακριθή επί συνέσει και τόλμη.
Κράτιστος δε ανεδεικνύετο πάντων κατά την ποδωκίαν, την
σκοπευτικήν και το άλμα. Αλλ' εκτός των φυσικών τούτων
προτερημάτων διά της εμφύτου αγαθότητος και της μετριοπαθείας της
ψυχής του εδυνήθη ο Διάκος να κατακτήση την αγάπην των αρχηγών,
ώστε αναχωρών συνήθως ο Σκαλτζάς κατά τον χειμώνα εις Βάλτον προς
περισσοτέραν εξασφάλισιν, παρέδιδε την αρχηγίαν προς τον
Αθανάσιον, πεποιθώς ότι επανερχόμενος κατά την εαρινήν ώραν
ακμαίαν έμελλε να παραλάβη και αρειμανή την φάλαγγά του.

Διορισθέντος μετ' ου πολύ του Φερχάτου Βοεβόδα Σαλόνων, έπρεπε
κατά το επικρατούν έθιμον πάντες της επαρχίας οι αρματωλοί να
προσέλθωσι μετά δώρων και να συγχαρώσι τον άρχοντα. Μόνος ο
Διάκος ως αντιπρόσωπος του Σκαλτζά δεν έστερξε να υποβληθή εις
την υβριστικήν ταπείνωσιν. Ο δε Φερχάτης λαβών αφορμήν εκ τούτου
έγραψε προς τον Αλή πασάν και χαρακτηρίσας τον Διάκον ως
ταραξίαν, ως εχθρόν επικίνδυνον και καταστροφέα των εν τη Δωρίδι
κτημάτων του, εξητήσατο και έλαβε την άδειαν ίνα τον φονεύση·
εξήλθεν επομένως μετά εκλεκτού σώματος προς καταδίωξιν του εχθρού
του, αλλ' επανήλθε καθημαγμένος. Εννοήσας τότε ότι διά των όπλων
αδύνατον ήτο να τύχη του ποθουμένου, έπεισε τους αρματωλούς και
τους προύχοντας ίνα πορευθώσι προς τον δυστροπούντα και
υποδείξωσιν αυτώ τας θλιβεράς συνεπείας ας ήθελε προκαλέσει κατά
του τόπου η παράλογος απείθεια και πεισμονή του. — Ο Διάκος
υπεσχέθη μεταμέλειαν και έταξεν ημέραν καθ' ην ήθελε παρουσιασθή
προς τον Βοεβόδαν. — Πλήρης χαράς έμαθεν ο Φερχάτης την απόφασιν
του Διάκου και έσπευσεν επομένως να τοποθετήση καταλλήλως εκατόν
εκ των δορυφόρων του, ίνα προσερχόμενον τον φονεύσωσιν. Αλλ' ο
Αθανάσιος προαισθόμενος την απάτην, διά της οδού της Τέχολης μετά
ογδοήκοντα συνεταίρων εισήλθεν εις Σάλονα. —

Έντρομος ο Φερχάτης μαθών την απροσδόκητον άφιξιν διέταξε τους
σωματοφύλακας ίνα καταλάβωσι την θύραν του Σεραγίου και
πυροβολήσωσι κατά του Διάκου άμα ήθελε δώσει το σύνθημα. Αλλ'
εκείνος προνοητικός αφού ετοποθέτησεν έξωθεν τους εβδομήκοντα
παρέλαβε δέκα εκ των συντρόφων και μετ' αυτών ήλθε προς τον
Βοεβόδαν. Ο δόλιος και δειλός Οθωμανός προσεπάθησε διά παντός
τρόπου να τον απομονώση, προφασιζόμενος ότι είχεν ανάγκην κατά
μόνας να συνδιαλεχθή μετά του αρχηγού. Αλλ' οι πιστοί φύλακες του
Αθανασίου απεποιήθησαν ν' απομακρυνθώσιν εμπαικτικώς
ισχυριζόμενοι ότι έμενον παρόντες ίνα κορέσωσι τα όμματά των
ατενίζοντες εις πρόσωπον τοσούτω προσφιλές. — Ποτόν δε
δηλητηριασμένον προσηνέχθη, αλλά και τούτο απεκρούσθη. Τέλος αφού
προσέφερε τω Φερχάτη το ειθισμένον δώρον (ήτο δε άργυρούν
ποτήριον, εφ' ου εν αναγλύφω απεικονίζετο η Μονή του Προδρόμου
και ο Διάκος φέρων του Μοναχού το σχήμα) απήλθε σώος επί των
ορέων του. —

Μετά τινα χρόνον μιμούμενος το παράδειγμα των διασημοτέρων της
Ελλάδος πολεμιστών, μετέβη εις Ιωάννινα και μέχρι του έτους 1816
υπηρέτησεν εν τω λόχω των σωματοφυλάκων του Τεπελενλή. Η αυλή του
τρομερού Βεζύρου είχε μεταμορφωθή εν ταις ημέραις εκείναις εις
αληθή εφεδρείαν του Ελληνισμού, καθότι και πολιτικοί και
πολεμικοί συνήρχοντο ώσπερ εκ συνθήματος κύκλω του αιμοχαρούς
σατράπου, ως αν επρόκειτο περί εκτελέσεως προμεμελετημένου τινος
σχεδίου, υποκρύπτοντος την ιδέαν της κατ' ολίγον απορροφήσεως
πάντων των μέσων δι' ων ο περιβόητος Ελληνομάχος εδύνατο, χρείας
τυχούσης, να καταθλίψη πάσαν ενέργειαν υπέρ της εθνικής
ανεγέρσεως.

Εν Ιωαννίνοις συνεσχετίσθη ο Διάκος μετά της ηρακλείου εκείνης
γενεάς, ήτις επέπρωτο και το αίμα των πατέρων να εκδικήση και το
ελληνικόν όνομα να σώση από του απειλουμένου ολέθρου. Εν μέσω των
τρυφών και της εξαχρειώσεως, των δολοπλοκιών, της εσχάτης
διαφθοράς, των καταστροφών και της δουλοφροσύνης διετήρησεν
άμωμον την καρδίαν, ακηλίδωτον το μέτωπον, άσπιλον την ψυχήν,
ώστε υποπτεύσας αυτόν ο Αλής, ο εκ συστήματος επιδιώκων την
αμαύρωσιν των χαρακτήρων και την βεβήλωσιν πάσης παρθενίας,
έδωκεν εντολήν προς τον Οδυσσέα να τον δολοφονήση. Αλλ' ο υιός
του Ανδρούτζου αναδεχθείς πάσαν παρά τω Σατράπη ευθύνην, ούτε την
διαταγήν εξετέλεσεν ούτε ποτε ωμολόγησε προς τον Διάκον την
φιλικήν υπηρεσίαν.

Κατά το 1816 ο Οδυσσεύς διορισθείς αρματωλός Λεβαδείας παρέλαβεν
αυτόν ως πρωτοπαλλήκαρον και έκτοτε αδιάρρηκτοι δεσμοί
αδελφότητος συνήνωσαν επ' αγαθώ της πατρίδος τους δύο τούτους
σταυραετούς.

Δύο έτη μετά ταύτα κατά το 1818 ο υιός του αειμνήστου Ανδρούτζου
ώμοσεν επί του ιερού Ευαγγελίου τον υπέρ πίστεως και πατρίδος
όρκον των φιλικών. Περί την εποχήν ταύτην κοινωνός του φοβερού
μυστηρίου εγένετο και ο Διάκος κατηχηθείς και ούτος, ως πολλοί
των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδος, παρά του Κωνσταντίνου
Σακελλίωνος Κοκοσιώτου, και ούτω διά της δευτέρας ταύτης
χειροτονίας προπαρεσκευάσθη ίνα προσέλθη σφάγιον επί του
θυσιαστηρίου της πατρίδος.

Ενσκήψαντος του πολέμου κατά του Αλή πασά και αναγκασθέντος του
Οδυσσέως να παραιτήση την Βοιωτίαν προς αποφυγήν του Μπαμπά πασά,
τα πρωτοπαλλήκαρα, επτά τον αριθμόν, κατά την αρματωλικήν
παράδοσιν, ανηγόρευσαν ομοφώνως οπλαρχηγόν Λεβαδείας τον Διάκον
και την εκλογήν ταύτην ανεγνώρισαν προθύμως οι πρόκριτοι,
εσεβάσθη δε και τυπικώς εκύρωσεν η Τουρκική αρχή.

Εύρε λοιπόν η επανάστασις τον Διάκον κατέχοντα επίκαιρον
στρατιωτικήν θέσιν δυναμένην να συντέλεση ουκ ολίγον εις ευόδωσιν
του εθνικού κινήματος. Ότι δε η ενέργεια αυτού υπήρξε σύντονος,
μεγάλη η ετοιμότης δι' ης κατεπράυνε τους Τούρκους ανησυχούντας
ήδη ένεκεν των εκ πολλού διαθρυλλουμένων και υποπτεύοντας πάντας
διά την παράτολμον διαγωγήν του Βούσγου, έτι, μετά την εν τη μονή
του Οσίου Λουκά σύσκεψιν, όπου εκτός πολλών παρευρέθησαν και ο
επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος και ο Αμφίσσης Ησαΐας, ταχέως διά
της αποφασιστικότητος αυτού διεδόθη ανά πάσαν την Βοιωτίαν το πυρ
της επαναστάσεως, εύκολον είναι προς πάντας τους περί τα τοιαύτα
μετά πόθου ασχολουμένους καθαράν να λάβωσιν αντίληψιν, εάν
διέλθωσι την ιστορίαν των ημερών εκείνων, ιδίως δε τας σελίδας
ένθα ο Φιλήμων μετά θαυμαστής ακριβείας και νεανικού οίστρου
κατέταξε και συνηρμολόγησε γεγονότα, ως εκ της επικρατούσης
συγχύσεως πολλαχώς διαστραφέντα ή ολοσχερώς παραλειφθέντα.

Ούδ' ήθελον παρενοχλήση τους αναγνώστας διά της διηγήσεως ταύτης
αν δεν ενόμιζον αναγκαίαν αείποτε την λεπτομερή έρευναν των
πρώτων εν τω κόσμω διαβημάτων του Αθανασίου Διάκου, ίνα ακριβώς
εκτυπωθή και σαφώς προκύψη ο χαρακτήρ του ανδρός είτε καθ' ην
στιγμήν ανεδέχθη να σώση εν Θερμοπύλαις την τιμήν της
επαναστάσεως είτε καθ' ην ώραν εν μέσω απεριγράπτων περιφρονήσεων
απεδέχετο μειδιών το φρικωδέστερον των μαρτυρίων.

Παρέλαβον εν τω επομένω στιχουργήματι τον Διάκον κατά την
παραμονήν της καταστροφής και εχωρίσθην απ' αυτού αφού ούτε ίχνος
απέμενε πλέον εκ του σώματός του επί της γης. Ώφειλον επομένως να
συμπληρώσω διά του πεζού λόγου ό,τι εξ ανάγκης παρέλιπεν η
ποίησις, ίνα, ουχί εν προτομή αλλ' εν τη ολομελεία αυτού, ιδρυθή
επί του βάθρου της ιστορίας ο ανδριάς του εθνομάρτυρος.

Κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος, η σφαγή των φιλελλήνων εν Πέτα
και η καταστροφή του Διάκου εν Θερμοπύλαις παρίστανται ως
ουρανομήκεις μέλαιναι κυπάρισσοι παρά τη εισόδω του μεγάλου
νεκροταφείου της επαναστάσεως. Αιτία της πρώτης υπήρξεν η
προδοσία του Γώγου και ο παράκαιρος ιπποτισμός των φιλελλήνων,
επήνεγκε την δευτέραν η αμφιταλάντευσις και η χαλαρά ενέργεια
τινών εκ των μετά του Διάκου συναγωνισθέντων οπλαρχηγών.

Ο Μήτζος Κοντογιάννης προφασιζόμενος ότι καθήκον είχε να μη
εκθέση εις αναπόφευκτον εξόντωσιν επαρχίαν γεωγραφικώς
τοποθετημένην ως εν εμπροσθοφυλακή, πράγματι δε θεωρών την
εθνικήν ανέγερσιν ονειροπόλημα νοσούσης φαντασίας μη παρέχον
ουδεμίαν ελπίδα ευοδώσεως και επιτυχίας, μόνος έμενεν αδρανής
ούδ' έστεργε να ενδώση εις τας επιμόνους και πατριωτικάς
προτροπάς του τε Διάκου, του Πανουριά και του Δυοβουνιώτου.
Ένεκεν των συνεχών και στενών αυτού σχέσεων προς τους Οθωμανούς,
και της ιδέας ην είχε περί της Τουρκικής δυνάμεως, ενόμιζεν
εαυτόν ευτυχή εάν, εν μέσω των αεννάων περισπασμών της ελληνικής
φυλής, εδύνατο διά της διαγωγής του να σώση το προσφιλές
αρματωλίκιον. Όπως δήποτε η αδράνειά του παρέλυσεν επί πολύ τας
προσπαθείας των άλλων, ενεθάρρυνε τους πολεμίους εν ανέσει
προπαρασκευαζομένους, και το χείριστον πάντων εσάλευε τας
πεποιθήσεις και ενέπνεεν ολεθρίους δισταγμούς.

Προσκληθείς παρά των εν Κομποτάδαις συσκεπτομένων στρατηγών όπως
συνεκστρατεύση, άπαξ, δις και τρις απεποιήθη και έμεινεν
αμετάτρεπτος απέναντι των παραστάσεων και των δεήσεων του
Γεωργίου Δεσποτοπούλου, του Δημητρίου Καλύβα και του Βακογιάννου,
αποσταλέντων προς αυτόν ίνα διά παντός μέσου εξεγείρωσι την
αναλγησίαν και ηλεκτρίσωσι τον πατριωτισμόν του. Μάτην. Ο
Κοντογιάννης εκώφευεν ενώ ο χείμαρρος λάβρος προέβαινε και τα
κύματα αυτού ήγον ο Κιοσέ Μεχμέτ πασάς και ο Ομέρ Βρυόνης. Τέλος
ο Διάκος, ο Πανουριάς, ο Δυοβουνιώτης προαισθανόμενοι την
καταιγίδα, απεφάσισαν να βαδίσωσι κατά της Υπάτης και τότε εκών
άκων ο Κοντογιάννης ηναγκάσθη να υψώση την Ελληνικήν σημαίαν και
να συναγωνισθή. — Αλλ' αι χρονοτριβαί ας παρενέβαλε διά της
αξιομέμπτου διαγωγής του παρήγαγον αποτέλεσμα την μη έγκαιρον υπό
των επαναστατών εκπόρθησιν της Υπάτης, διότι επιστρατευσάντων των
Τουρκαλβανών, η πολιορκία διελύθη, και ο μεν Διάκος, Πανουριάς
και Δυοβουνιώτης επανήλθον εις Κομποτάδαις όπως σκεφθώσι περί του
πρακτέου, ο δε Κοντογιάννης βυθιζόμενος πάλιν εις την προτέραν
απάθειαν κατέφυγε προς ασφάλειαν εν τη μονή της Αγάθωνας
καραδοκών την εκατέρωθεν των πραγμάτων πορείαν.

Τοιαύτη υπήρξεν η διαγωγή του γέροντος αρματωλού. Ουδεμία δε
απομένει αμφιβολία ότι άλλως ήθελε διεξαχθή το δράμα των
Θερμοπυλών αν απ' αρχής ενίσχυε διά των δυνάμεών του τους
συναδέλφους του ή αν επί τέλους δεν απεσύρετο εντός του περιβόλου
της Αγάθωνας.

Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης, καί τοι μετά πολλής αυταπαρνήσεως
αποδυθείς εις τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα και μεγάλας υπερνικήσας
δυσχερείας όπως εν τη επαρχία αυτού συγκρατήση και γονιμοποιήση
επ' αγαθώ της πατρίδος τα μικρά μέσα όσα εδύνατο να διαθέση, καί
τοι ουδέ στιγμήν διστάσας να επιπέση ξιφήρης κατά των Οθωμανών
και να τους αποκλείση εντός της Οπουντίου ακροπόλεως, εις ουδέν
λογισθείς την ακροσφαλή θέσιν του πρωτοτόκου υιού του Γεωργίου,
ομηρεύοντος παρά τω Αλή πασά, ουχ ήττον οφείλει τις να ομολογήση
ότι ευρεθείς κατά την μάχην τοποθετημένος μετά τετρακοσίων
μαχητών, εν οις και ο Λουκάς Κόκκαλης, προς φυλακήν της επί του
Δύρα (Γοργοποτάμου) γεφύρας, ουδέ την επίθεσιν υπέμεινε του
Βρυόνου, αλλ' υπεχώρησεν αμαχητί εις το Δέμα.



Pages: | 1 | | 2 | | 3 | | 4 | | 5 | | 6 | | 7 | | 8 | | 9 | | 10 | | 11 | | 12 | | Next |

Main -> Valaoritis, Aristotelis -> Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος