URLs for Books

Your last ebook:

You dont read ebooks at this site.

Total ebooks on site: about 25000

You can read and download its for free!

Ebooks by authors: A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z 
Krystallis, Kostas / Πεζογραφήματα
Produced by Sophia Canoni




Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words
have been included in &&.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&.



ΚΩΣΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ



ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
1894



Όσες βολές η σκύλλα Ξενητιά με κερνάει τα πικρά της κρατηροπότηρα, αχ!
δεν ηξέρω πως μώρχεται τότε και λησμονώντας κι απαριάζοντας όλον τον
περίγυρά μου κόσμο, χύνομαι σαν λυσσαγμένος μέσα μου, και με τα
σιδερένια νύχια του λογισμού, σαν κακούργος, σκάφτω την έρμη μου
καρδιά κι από των χρόνων τα λιθοσώρια ξεθάφτω τες παλιές μου
Ενθύμησες. — Η πρώτες συγκίνησες, που κέντισαν την παιδική μας ψυχή,
αφίνουν μέσα μας Ενθύμησες άσβεστες· κ' είνε το νήμα το μυστικό, όπου
μας δένει και μας κολλάει με τους τόπους που πέρασε η νιότη μας.

— Χαρά στον που τώχει ειπή!

Ενθύμησες είνε και τα &Πεζογραφήματά& μου.



Η ΕΙΚΟΝΑ



Τ' ανοιξιάτικα πρωινά, οπώβγαινα χαραγή για το γάλα, γύριζα κάποτες
από τον καφενέ του Ζώη τ' Αζώηρου.

Στην Καραβατιά, κατά τα Δυο τ' Αδέρφια, είχεν ο Ζώης ο Αζώηρος τον
καφενέ του. Είχε σιγυρίσει σε τόπον καφενέ το ίδιο το σπίτι του που
καθότουν αυτός, χήρος κι άτεκνος, με τη μεσόκοπην αδερφή του, την Κυρά
Τσεβούλα. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες, κ' η αδερφή του έβραζε
τους καφέδες μέσα, 'ς το ίδιο το τζάκι, 'ς την ίδια γωνίστρα του
σπιτιού, οπώβραζαν και το φαγί τους. Και δεν εμπέρδευεν ο Ζώης ποτέ
τον καφέ του, γιατ' είχε πάντα 'ς το νου ότι το μπέρδεμα φέρνει κακό
και ζημιές πλειότερες παρά κέρδα, κι αυτός το ψωμί του, οπώβγαζε με
τον καφενέ του, ήθελε να το βγάζη και να το τρώη με τον ίδρω του και
με την τιμιότη, κι όχι με το ψέμμα και με την αδικιά, γιατ' ήξερε πως
κ' οι μουστερίδες του τον παρά, που τους έπαιρνε, τον έβγαζαν με τον
ίδρω και με την τιμιότη.

Είν' αλήθια, πως κάποτε, πριν παντρευτή ο Αζώηρος, έβλεπε την
καλοπέραση και τα λαμπρά σπίτια των μεγαλουσιάνων κι αναστέναζε
νυχτόημερα, κ' ένας μοναχά πόθος, μια σκάση, κατάτρωγε κρυφά τα σωθικά
και τη νιότη του, πώς να βρη τρόπο κι αυτός ν' αρχοντέψη, ν' αποχτήση
κι αυτός καλοπέραση, και να χτίση ψηλά σπίτια. Τότες δεν ήτον καφετζής
ο Ζώης. Τότες είχεν αργαστήρι 'ς το Κουρμανιό κάτου, όπου
χρυσοκεντούσε φέρμελες και σελάχια μπέηδων, κοζόκες και λαχουριά
κυράδων. Κ' ήτον αργαστηριάρης αυτός, κ' είχε καλφάδες και
παρακαλφάδες εις τ' αργαστήρι του, που δούλευαν και που σαν
τραγουδούσαν ψιλά ψιλά, εκεί που πλούμιζαν, τα νυχτέρια, με χρυσάφια
και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους, έστριφτε το μουστάκι του το ξανθό
αυτός, έγερνε το κρεμεζί φέσι του στραβά ως τα φρύδια κ' έκραζε συχνά
πυκνά.

— Δόστε του, μωρέ παιδιά, δόστε του. Όξω φτώχια, μωρέ καλφάδεσιμ'.

Τότες ήτον οπούχε βάλει 'ς το νου του για ν' αρχοντέψη ο Ζώης. Έπιανε
και παράν αλήθια με την τέχνη του. Επάντρεψε μιαν αδερφή του.
Επαντρεύτηκε κι αυτός κόρη νοικοκυροπούλα με προικιό, και τώρα...
ποιος τον κουβέντιαζε! Η μάνα του, ζούσε η κακομοίρα, κ' η δυο η
αδερφάδες του, δεν είχανε που να τον βάλουν. Ο «Ζώης μας» εδώ κι ο
«Ζώης μας» εκεί, το πήγαιναν νύχτα μέρα «Το μοναχό μας, τ' αρχοντοπλό
μας, το μοσχοαναθρεμμένο μας, το τζοβαΐρ μας». Είχε γιομώσ' η
γειτονιά με τ' όνομα του Ζώη, φορτωμένο μ' όλ' αυτά τα χαϊδευτικά
χαϊμαλιά. Δεν έμεινεν άλλο τώρα. παρά να χτίση και το περιπόθητο σπίτι
ο Ζώης. Να το γκρεμίση από τα θεμέλια του το χαμηλόσπιτο που
εγεννήθηκε και που τ' άφηκε μαζί με την τέχνη και με τ' αργαστήρι ο
σχωρεμένος ο πατέρας του ο γέρω Αζώηρος, και να χτίση απανουθιό του
μεγάλο κι αρχοντικό σπίτι, σεράι ολάκερο με τρία και με τέσσερα
πατώματα. Έλα όμως που ο πόνος της γρηάς για το «φτωχικό» της ήταν
μεγάλος και δεν «ήταν τσαρές» για να στρέξη να χτισθή καινούργιο ψηλό
σπίτι απάνω του.

— Σαν έχς σκοπό να το γκεμίσης, γιέ μ', τούλεγεν η γρηά, γκρέμσε με κ'
εμένα 'ς το λάκκο μου μαζί του. Βάλε με να πλακωθώ κ' εγώ αποκάτ' από
τη σκέπη του. Άσε με κάνεμ να κλείσω τα μάτια μ' εγώ, και τότες κάμε
ό,τι θελς εσύ.

— Μα, μάνα· δεν κρένεις καλά, έλεγε ο Ζώης. Δε γλέπεις που δε μας
χωρεί τώρα το παλιόσπιτο; Τώρ' αξήσαμαν και θ' αξήσουμε ακόμα με
φαμλιά και με δούλους. Πού να ζήσουμ' εδώ μέσα 'ς αυτό το κοτέτσι όλοι
μαζί. Για βάλε με το νου σου πως έχουμε και κάποιο καλό όνομα κι όλας
όξω τώρα, και τσότσου παρά 'ςτη σακούλα... Άσε με να το ρίξω, δεν είνε
λόγι' αυτά που λες. Δε θα ζήσουμε φτωχικά και τώρα οπ' αρχοντέψαμαν.

Τα ίδια της λαλούσε κ' η γυναίκα του Ζώη, η καλομαθημένη αρχοντοπούλα,
τα ίδια της έψελναν κ' η «ξεμυαλισμένες» όπως τες έλεγε η γρηά,
αδερφάδες του. Μα η Κυρά Χσούλα δεν ετέντωνε αυτί σε κανένα.

— Πιάκαμαν λίγους παράδες τώρα, εμουρμούριζε, κ' επήρε ο νους σας
αγέρα. Χαλασιές και φουρτούνες σας! Πού ξέρουμε τάχατε τι μας βγάζ' η
αυριανή, χαντακωμένες!

Τότες σύγκαιρα, απόχτησε και γυιόν η γυναίκα του Ζώη και για την
καλοπέραση της άναψε μεγαλύτερος μέσα 'ς τους λογισμούς του ο πόθος
του αρχοντικού σπιτιού. Πέρασεν όμως τότε και μια ιδέα άλλη 'ςτο νου
του. Ότι, άρχοντας αυτός τώρα, πώς θα μπορή ν' ανεβοκατεβαίνη από το
σπίτι 'ςτ' αργαστήρι κι από τ' αργαστήρι 'ςτο σπίτι του αυγή, γιόμα
και βράδυ περπατώντας, τόσο δρόμο, τόσον ανήφορο. Εσκέφθηκε λοιπόν πως
θα να ήτον καλλίτερο ν' αφήκη απείραχτο το φτωχόσπιτο της γρηάς απάνου
'ς την Καραβατιά, νοικιάζοντάς το σε κανένα φτωχό γείτονά του, και ν'
αγοράση αυτός ψηλό σπίτι παρακάτου, κατά το παζάρι, 'ςτ' Αρχοντικά. Κ'
η ιδέα τούτη ερρίζωσε πλια 'ςτα μυαλά του κι όλο χαρούμενος έλεγε
τώρα, γυρίζοντας το βράδυ, 'ςτη γρηά του.

— Έλα, και σώγεινε το χατήρι να μην το γκρεμίσουμε, μάνα, έλα.

Κ' η γρηά δόξαζε τον «Μεγαλοδύναμο» οπέβλεπεν ότ' η κούφια και
καταστρεφτικιά φλόγα των παιδιών της εσβύνονταν κ' εκατακάθονταν όσο
πέρναε ο καιρός. Πού να τώξερεν η μαύρη πως ο γιός της ολημερής
παράδερνε 'ςτους δρόμους των Αρχοντικών, για να βρη σπίτι της αρεσιάς
του, να τ' αγοράση! Τότες άρχεψε να ψευτίζη και την τέχνη του λίγο ο
Ζώης, για να κερδαίνη πλιότερα. Η λεχωνιά όμως της γυναίκας του δεν
πήγαινε καλά. Είχεν ανάψει θέρμη βαριά 'ςτο κορμί της, κ' οι γιατροί
πούχε καλέσει ο Ζώης, οι καλλύτεροι γιατροί των Γιαννίνων, έφευγαν από
το σπίτι του με κατεβασμένα τα φρύδια. Κάποτε κι όλας φανέρωσαν σε
κάποιον 'ςτη γειτονιά ότ' η λεχώνα κιντύνευε.

Ως εδώ ήτον γραμμένο να βλαστήση και να κλαρωθή το περήφανο δέντρο της
αρχοντιάς του δόλιου Αζώηρου. Σαν σάρακας είχε φωλιάσει μέσ' 'ς τον
κορμό του της γυναίκας του η αρρώστεια, και το κουφάλιαζε λίγο λίγο.
Και μια νύχτα, συγνεφιασμένη και θλιβερή, αστραποπέλεκας ξαφνικός
έπεσε κατάκορφ' απάνω του και του γκρέμισεν όλα τα φύλλα και τα ωραία
κλωνάρια, κι από το φουντωτό και ζηλεμένο δέντρο έμεινε μοναχά ένα
ολόρθο κατακαμένο και κούφιο κορμί, το κορμί του ίδιου του Ζώη. Φωτιά
έπιακε μια βραδιά 'ςτα «Τσαρτσίτικα» και τ' αργαστήρι τ' Αζώηρου μ'
όλα τα περίγυρά του γείνηκαν στάχτη ως την αυγή. Κόλπος τούρθε τότε
του βαριόμοιρου Ζώη. Πάει το πλιότερο το βιο του. Τώφαε και το
επίλοιπο η αρρώστεια κ' η λεχωνιά της γυναίκας του, που τράβηξε χρόνον
καιρό, κι οπού τη γκρέμισε κι αυτή μέσα στον τάφο μαζί με το παιδάκι
της. Πέθανε σε κάμποσον καιρό ύστερα κ' η μαύρ' η μάνα του. Πέθανεν
από τον καϋμό της για την τρομερή συφορά και με τούτα τα στερνά λόγια
στα χείλη της :

— Πιαστήκαμαν από λίγους παράδες, και πήρεν ο νους σας αγέρα, παιδιά
μου. Χαλασιές και φουρτούνες μας! Ποιος να τούξερε τι θα μας εύρισκε
σήμερα, χαντακωμένα μου!

Κι απ' όλο τούτο τ' ανεμόχολο και τον καταποτήρα, που παράσυρε το
σπίτι του ξύρριζα, γλύτωσε ο Ζώης μοναχά κ' η αδερφή του, η Κυρά
Τσεβούλα, οπού δεν είχε προφτάσει να την παντρέψη κι αυτή. Και μαζί με
τους ανθρώπους του και με την ευτυχία, παν κ' η μεγάλες ιδέες του
δύστυχου κ' οι πόθοι του για ψηλά σπίτια και γι' αρχοντική καλοπέραση.
Σαν παραδαρμένο από βαριά νεροποντή κι ανεμοζάλη χελιδόνι, χώθηκε
ζαλισμένος αποκάτου από τη στρέχα του φτωχικού πατρικού του και
συμμαζώχτηκε ολότρομος σε μια γωνιά, τηρώντας πότε να περάσ' η κακή
μπόρα.

Κι όλες τες συφορές του αυτές έρριχνεν ύστερα ο Αζώηρος 'ςτον κακό
σκοπό πώβαλε με το νου του να γκρεμίση το χαμηλό πατρικό του και να
ζητήση αλλού παλάτια και περηφάνιες.

— Κι ο σκοπός κ' οι πόθοι αυτοί μ' έφεραν, έλεγε με το νου του
αναστενάζοντας, 'ςτο φρύδι του γκρεμού, της κόλασης, να ψευτίσω την
τέχνη μου και να χαλαστώ ο ίδιος, να σκάψω ο ίδιος το λάκκο μου με τα
χέρια μου. Διαβολομαζώματα ανεμοσκορπίσματα, καλά λέει ο λόγος. Τώρα
χτυπάω το κεφάλι μου, μόν' 'ςτα χαμένα.

Κ' ένας γέροντας τούρκος προβατάρης, γείτονάς του, σα να τον έβανε
επιταυτού κανένας να του ριζώση βαθύτερα την ιδέα τούτη, του απαντούσε
ολοένα, όσες φορές τον εύρισκε ο Ζώης και τον ρώταε για το βιο του.

— Ινσαλά, σαν θέλ' ου Γιαραμπής, καλά πάμε, κυρ Ζώη. Όποιους τράει τν
ισιάδα, πουτές δεν έχει να φουβθή τη ζμιά, είνε μαζύ τ' ου Θαγός. Μότ'
παραστράτησες απού τν ισιάδα, μότ’ τη μόλεψες την τέχν' και του βιο
σ', πλάκωσε του κακό, κι μότ' πλακώσ' τόνα, καρτέρ' κι τ' άλλου. Ιγώ
πουτές δεν του χαλάου του γάλα μ' κι γι αυτό ούτε του χάνου πουτές,
ούτε κι τα πράταμ' παθαίνουν τίπουτας. Κύτταξε του γειτουνά μας του
Μπράχου· είχινε ζλέψ', μούλεγε, ψλά σπίτια κι γρόσια πουλλά. Χάλασε
του γάλα τ' για να κιρδέν' πλισσότερα. Ίσια τούρθε του κακό. Το 'χασε
όλου του κουπάδ' απ' αβλουγιά. Ιγώ πουτέσιμ δε ζήλεψα τρανά σπίτια κι
μεγαλουσύνες. Δε λέου πως δεν τα θέλου τάχα μ', μόν' δεν τα θέλου με
τν αδικιά κι με τ' ψευτιά. Αν είνε για να τ' απουχτήσου, να τ'
απουχτήσου με τουν ίδρουτά μ' κι με τν ισιάδα. Να, σαν εκείνουν τουν
άρχουντα του ρουμιό πώχει τα μεγαλύτερα σπίτια κι τα καλλύτερ'
αργαστήρια σήμερα μέσα 'ςτα Γιάννινα, κι όπουτις περνάει αυτός 'ςτου
παζάρ με τ' αριό κι περήφανου περπάτμα τ', είδες; όλ' προσκόνουνται
κι' όλ' τουν χαιρετάν. Αυτός,... άσκουλσούντ'. Τ' απόχτσε με τν αξιάδα
τ' κι τ' αξίζ' να τα χαίρεται κι να τα καμάρων' τώρα.

Ο τούρκος γείτονας δεν ήξερε, αλήθια, πως κι ο Ζώης από τες σάπιες
εκείνες ιδέες της αρχοντιάς την έπαθε· μα ο Ζώης που πόναγε, πίστεψε
'ςτα λόγια τούτα πως τούχε τούμπανο ο κόσμος όλος το κόλασμά του, κι
από τότες ωρκίστηκε να μη ξαναβγή. Εκλείστηκε με τη αδερφή του 'ςτο
φτωχικό του μέσα κι αποφάσισε να περάση τες στερνές μέρες του με κάτι
απομεινάρια που τούχε αφήκ' η φωτιά κι ο χάρος. Τες ώρες του πέρναε
τώρα 'ςτον κήπο του μέσα, φυτεύοντας και καλλιεργώντας. Αργότερα όμως,
για να φύγη τη μοναξιά και τη συλλογή που τον πλάκων' έτσι ολομόναχον,
εσκέφθηκε να στήση τρεις πέντε μπάγγους ορθούς 'ςτην αυλή του και να
συνάζη γύρα του τους γερόντους της γειτονιάς, και με την αφορμή να
τους κάμνη τον καφετζή να βρίσκη κουβέντα και χρονοτριβή μ' αυτούς.
Ύστερα ήτον ακόμα νιος, και δε θα τον εβάρενε το σερβίρισμα των
καφέδων του.

Στην αυλή του σπιτιού του λοιπόν είχε στήσει τον καφενέ του ο Ζώης ο
Αζώηρος. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες κ' η αδερφή του, η Κυρά
Τσεβούλα, έβραζε τους καφέδες. Παλιός χαμηλός τοίχος από ξηρολίθι
έκλειγε ολόγυρα το κτήμα τούτο τ' Αζώηρου, που τον μισό τόπο έπιανε το
σπίτι με την αυλή και τον άλλο μισό ο κήπος με τες φυτιές και με τα
δέντρα του, καλοσκαμμένος και καλοφυτεμένος, και φραγμένος με ψηλή
καλαμωτή. Έλαμπε από πάστρα η αυλή του. Οι βασιλικοί με τους
χιλιοχρώματους μενεξέδες, που στόλιζαν αραδαριά τες αλτάνες και τα
πεζούλια της, εμοσχοβόλιζαν τον αέρα, και το βουνάκι της Καραβατιάς
από πάνου κατέβαζε μια δροσιά παραδείσια την αυγή και τ' απόσπερνο.

Όλ' αυτά τα καλά, με τα παθήματα και με τους αμόλευτους καφέδες του
Ζώη, σύναζαν 'ςτον καφενέ του τους γέρους της γειτονιάς. Είχενε και
πηγάδι με σπάνιο νερό ο Αζώηρος, όπου δεν άργησαν να το μυριστούν κι
άλλοι και που κατάντησεν από στόμα σε στόμα να διαλαληθή 'ς όλους
εκείνους τους απάνου μαχαλάδες ο καφενές και να συχνάζουν 'ς αυτόν όχι
μονάχα οι γερόντοι μα κι άλλοι πολλοί. Κ' έβγαιναν 'ςτον ανήφορο
εκείνο κι από τα χαμηλότερα σπίτια, για ν' απολάψουν τη δροσιά του
βουνού και τ' αθάνατο νερό τ' Αζώηρου, που ήτον κατάκρυο και
καλοχώνευτο, κι όπ' έβρισκαν συχνά μέσα του χλωρά φύλλα πεύκου κι
οξιάς και πουρναριού των ψηλωμάτων του Πίνδου. Οι δραγάτες οι
αρβανίτες κ' οι φυλαχτάδες των μπέηδων και των αγάδων της
Καραβατιάς, όλοι εκεί συναπαντώνταν κ' έλεγαν τα σκηπετάρικά τους. Άσε
την Πρωτομαγιά και τέτιες άλλες χρονιάρικες μέρες, όπου δεν είχενε πού
να βάλη τον κόσμο να κάτση 'ςτον καφενέ του ο Αζώηρος. Εκόντευαν
κάποτε να ξυπνήσουν μέσα του και να ξανανάψουν τα παλιά όνειρα κ' οι
σβεσμένοι πόθοι για ν' αρχοντέψη και με τον καφενέ. Όμως τον
εκρατούσαν σφιχτά δεμένο 'ςτην τιμιότη της τέχνης του τα λόγια του
«μπαμπά» όπως τον έλεγε τον τούρκο προβατάρη γείτονά του, που του
θυμούσαν τα περασμένα παθήματά του.

Πολλές φορές γύριζα κ' εγώ από το γάλα 'ςτον καφενέ τ' Αζώηρου, τ'
ανοιξιάτικα αυγερινά, που ανέβαινα 'ςτο βουνό χαράματα. Ετύχαινεν όμως
να διαβαίνω από κει και τες σκόλες κανέν' απόβραδο, πώβγαινα κατά την
Καραβατιά, είτε για τον βουνίσιον αέρα της, είτε για το κρύο νερό της,
είτε για τα καστανά και γλυκά και μεγάλα και μυγδαλοσχισμένα μάτια των
κορασιών της. Οι συχνότεροι γερόντοι, πώβρισκα 'ςτον καφενέ τ'
Αζώηρου, ήταν ο Γεροκαλαμένιος, ο αγαπημένος μου, που τον είχα
γνωρίσει απ' αλλού κι είχα μάθει τόσα παλιά κι αξετίμητα πράματ' απ'
αυτόν, ο Πάνος ο Γερακάρης, ο Λυγδάς ο Λιονταρής, ο Θωμάς ο Γοργόλης,
ο Μάνθος ο Μπαλιούλιας κι ο Διαμαντής ο Βάρδας. Όλοι κηράδες κι
ανυφαντίδες και χρυσοκεντιστάδες 'ςτα νιάτα τους, και τώρα απόμαχοι
όλοι του ζανατιού τους. Εμαζόνονταν εκεί με τα δικανίκια και με τα
τσιμπούκια τους κ' έστρωναν αδιάκοπες και μακριές κουβέτες, όλο για
πράματα του περασμένου καιρού τους. Κ' εγώ, 'ςτη μέση τους, χόρταινα,
ιστορίες και σοφά λόγια.

Τ' απόγιομα εκείνο, μόλις προσπέρασα το κατώφλι της αυλόπορτας του Ζώη
τ' Αζώηρου κ' ηύρα τους συνετισμένους μουστερίδες του, τους γερόντους
κι αρβανιτάδες, συμμαζωγμένους 'ς ένα μπάγγο, απανωτούς, με καρφωμένα
και μάτια και νουν απάνου σε μιαν εικόνα, που βαστούσε καταμεσής ο
Ζώης 'ςτα χέρια του. Ούτε μ' ένοιωσαν όταν εμπήκα. Τους εσίμωσα κ'
ετήραξα κ' εγώ την εικόνα. Η εικόνα ήτον παλιά κι αξιοπερίεργη.
Παράσταινε καβαλάρη παλληκαρά με γιγάντιο ανάστημα και με πανώργια
μορφή. Είχε ασπροκόκκινο το πρόσωπο και περίσσια έμμορφο και
καλοσυνάτο κ' ευγενικό, πρόσωπο βασιλικό καθαρό. Γρυπή τη μύτη, το
μέτωπο καθάριο και πλατύ, το γένειο μακρύ και γυρμένο κατά εμπρός λίγο
και κομμένον τον τσαμπά. Εφαίνετο σαν να του χάρισε η φύση ς' όλο του
το κορμί ασύγκριτην επιδεξιότη και ξεχωριστή δύναμη. Εφόρειε μεγάλη
σκούφια 'ς το κεφάλι του, στολισμένη με ωραία φτερά, και μακρύ
μεταξοπράσινο δουλαμά, περιπλουμισμένον με χρυσά σιρίτια, που φάνταζε
θαυμάσια, καμωμένος με πολλή μαστοριά και με τέτοια τέχνη ντυμένος,
όπου σα σκέπαζεν από τη μέση και κάτου τ' άρματα, εφαίνονταν και τ'
άρματα κ' εφαίνονταν κι αυτός.

Από τ' αλόγου του το τρεχιό κυματίζονταν ο δουλαμάς κι άφινε να λάμπη
'ς τα στήθια του χρυσή η αλυσσίδα του βασιλικού παρασήμου του κ' ένας
διαμαντοκολλημένος σταυρός, όπου φαίνονταν σαν να τον φύλαε 'ς τον
κόρφο του δίπλα γκόλφι με βαθύτατη ευλάβεια. Με τον κυματισμό του
δουλαμά πρόβαλαν 'ς το φως και τα μεγάλα κίτρινα ποδήματά του. Δαμισκί
σπαθί κρέμονταν με χρυσά λουριά από τη ζώση του κατά το ζέρβιο πλευρό
και πίσω από το γόνατό του κρύβονταν το κρανένιο απελατίκι του. Κι
απάνου 'ς όλ' αυτά, η λαμπράδα των ομματιών του και του κορμιού του η
λεβεντιά έδειχναν ότ' ήτον 'ς την καρδιά δράκος τούτος και λιοντάρι 'ς
τη δύναμη. Αρχοντιά κι ωμορφιά και στόλος 'ς το ανάστημά του όλο. Με
το ζερβό χέρι βάσταε τα χαλινάρια τ' αλόγου και με το δεξιό τη μακριά
λάντζα, είδος κονταριού με σιδερένιον στόκο 'ς την κορφή και με μικρό
κόκκινο φλάμπουρο με τον αητό το δικέφαλο μέσ' τη μέση.

Τ' άλογό του ήτον μαύρο και κατά το μέτωπο μοναχά λίγο μπάλλιο,
ντυμένο κι αυτό με χρυσάργυρη σέλλα και με φαντά φάλαρα. Είχε περήφανα
σηκωμένο κατ' απάνω το κεφάλι του κ' η πλούσια και γιαλιστερή χιούτη
του χύνονταν σα κύμα τρικυμιστή 'ς τα στήθη του αναβάτη. Σπιθοβολούσαν
τα μεγάλα τα μάτια του κι άφριζαν τα διάπλατα τα ρουθούνια κ'
εσπαρτάριζαν, ωσάν νάχυναν κατά πέρα χλημίντρισμα ηχερό. Ελύγαε σαν
την οχιά το κορμί του κ' εσήκωνε τη μαλλιαρή ουρά πίσω, οπ' έπεφτε
ανεμισμένη κι αστραφτερή, σαν καταρράχτης λαγκαδιάς, μέσα σε σκοταδερή
νύχτα, οπ' αναλάμπει 'ς την αριάν αστροφεγγιά. Τα πόδια του τ'
ανεμόφτερα δεν επατούσαν ολότελα γη, κ' ελαμποκοπούσαν και τα τέσσερ'
ασημοπέταλά του.

Κι αποκάτου έφερνε την επιγραφή της φράγκικα χαραγμένη και πλουμερή,
οπώδειχνε τ' όνομα του παλληκαρά καβαλάρη και τον τόπο οπού ιστορήθη,
την ξακουσμένη Φλωρέντια.

Οι γέροι κ' οι αρβανίτες, που την τηρούσαν καταπλακωμένοι, δεν
εγνώριζαν να ξεδιαλέξουν τα φράγκικα και πλουμερά γράμματα της
επιγραφής, κ' έπασχαν από τη μορφή κι από τ' άρματα του καβαλάρη να
τον πεικάσουν. Κι άλλος τον έλεγε Άι Γιώργη κι άλλος Άι Δημήτρη, άλλος
αρχαίον έλληνα κι άλλος στρατιώτη παλιό της Φραγκιάς και της Φλάντρας.
Αφού διάβασα την επιγραφή της εγώ, την εξανακύτταξα μια φορά πάλι
καλλύτερα την εικόνα και ρώτησα τον καφετζή τον Αζώηρο, πού την είχε
βρη. Πριν όμως μ' απολογηθή τούτος, ο Γεροκαλαμένιος, ο φίλος μου,
έστρεψε κατά πάνω μου τα δυο ματογιάλια του, — σα να μου γνώρισε τη
φωνή κ' εγύρευε να ιδή αν είμαι ο ίδιος, — και σα με είδε κοντά του,
γύρισε κατά τους άλλους κ' είπε :

— Σταθήτε και το δασκαλόπουλο θα μας το δείξη τι φανερών' η εικόνα,
μωρέ παιδιά. Το γνωρίζω γω, ξέρει πολλά πράματ' αυτό, και θαν' το
ξηγήση.

Εχαμογέλασα με τ' αγαθά λόγια του γέρου, γλυκοκυττάζοντάς τον, κ' είπα
:

— Δεν τον γνωρίζετε το βασιλιά μας;

— ........

Βουβαμάρα χύθηκε για λίγην ώρα 'ςτη μέση μας με τα λόγια μου αυτά, και
μ' ολάνοιχτα γλέφαρα και με σφιγμένα χείλη, κατάματα μ' εκύτταζαν
όλοι, σα νάθελαν με τη δύναμη της ματιάς των να ξεθάψουν από τα
φυλλοκάρδια μου το μυστικό τ' όνομα του βασιλιά τούτου. Και σα δεν
έκρενα εγώ ακόμα, άρχεψαν να ξανατηράν την εικόνα αυτοί και να λεν :

— Ο Γεώργιος; οι γερόντοι.

— Σουλτάνι; (ο Σουλτάνος;) οι αρβανίτες.

— Τι Γεώργιος και τι Σουλτάνος μου λέτε... Ο βασιλιάς των Ηπειρωτών
είνε τούτος.

Οι αρβανίτες ούτε μίλησαν τότες. Εμούδιασαν κ' οι γερόντοι. Κι αυτός ο
Ζώης ο Αζώηρος, ο καφετζής, οπ' ούτε αυτός είξερε τι αξετίμητην εικόνα
είχενε τόσα χρόνια μέσα 'ςτο σπίτι του. Μοναχά ο Γεροκαλαμένιος γύρισε
πάλι κατ' εμένα τα ματογιάλια του και μ' ερώτησε αγάλια αγάλια :

— Ο Πύρρος, παιδί μου;

— Μπύρρ' μώρ' μπύρρ'. Χλαλόησαν παρευτύς τα στόματα των αρβανιτάδων.

Ο Σκεντέρμπεης....

Δεν επρόφτακα ν' αποσώσω τ' όνομα, μωρές παιδιά, κι αστραποβόλησαν με
μιας όλων τα μάτια ολόγυρα και χώρια των αρβανιτάδων οπού χούμησαν
απανωτοί κ' εσκέπασαν την εικόνα με χίλια φιλήματα.

Οι γέροι δεν εμίλησαν τότες. Είχαν καρφώσει γερά τα μάτια τους απάνω
'ςτην εικόνα κι ο λογισμός τους ποιος ξέρει σε τι καιρούς και σε τι
τόπους αρμένιζε. Μοναχά οι αρβανιτάδες, εσυντυχιώνταν κ' έλεγαν ο ένας
τ' αλλουνού με τη γλώσσα τους :

— Μωρέ Σκέντο ιχούμπουρ!(Ωρέ Σκέντο χαντακωμένε!) Νάτος ο βασιλιάς των
αρβανιτάδων. Τήρα, ωρέ καψαρέ, βασιλιά πούχαμαν μια βολά οι δύστυχοι.

— Για βιστό κουρμ για βιστό τριμρί! (Για τήρα κορμί για τήρα
λεβεντιά!) Τήρα ευγενική σάρκα, τήρα μορφή βασιλικιά, τήρα μάτι αετού,
τήρα μέτωπο σαν κορφοβούνι που χαράζει απάνω του η μέρα!

— Τήρα άρματα κι άλογο και φορεσιά;

— Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο, άιντε μωρ' ινγκιούαρ μπρετ ισκηπετάρβε!
(Άιντε ωρέ Σκεντέρμπεη, άιντε ωρέ ξακουσμένε αρβανιτοβασιλιά!) Δε θα
ν' αναστηθής μια βολά πάλε και δε θα να μας κράξης με το τρανό και
περήφανο εκείνο διαλάλημά σου: «Σα ρον Σκεντερμπέο, σκηπετάρ νουκ το
τεμπένεν κουρ σκλαβ τε τιέρβε!» (Όσο ζάει ο Σκεντέρμπεης, οι
αρβανίτες δε θα να καταντήσουν ποτές σκλάβοι των άλλων!) Κι αλήθια,
ωρέ μπύρρο μ'. Αν δεν απέθνησκες δε θα να πέφταμαν κ' εμείς, δε θα να
σερνόμασταν, ωρέ μαύρε μου Λιούλιο, κλαρίτες και παλιοδραγάτες σήμερα
'ςτα ντερβένια του κόσμου, δίχως ψωμί, δίχως καλύβι, με μισήν κάπα
απάνου μας και με μισό τσαρούχι.

Μαζί με τα λόγια του Τζαφέρη σταματάει κ' η πέννα μου εδώ, γιατ'
αναγιόμωσαν δάκρυα τα μάτια του δόλιου αρβανίτη. Ο Σκέντος, ο Λιούλιος
κ' οι άλλοι οι συντρόφοι τους αναδάκρυσαν παρόμοια κι αυτοί κ'
εκρέμασαν λυπητερά και παραπονεμένα μπροστά στην εικόνα τα ξέσκεπα
κεφάλια τους με τους μακριούς και μαύρους τσαμπάδες. Α! τη σκηνή
εκείνη δε θα την λησμονήσω ποτέ στη ζωή μου, καθώς και την άλλη οπ'
ακολούθησεν ύστερα.

Ο καφετζής ο Αζώηρος μας είπεν ότι στα καλά χρόνια του τού την είχε
πωλήσει την εικόνα ένας μπέης γείτονάς του, οπώφευγε από τα Γιάννινα
κ' εξέκαμε τα σωθέματα του σεραγιού του. Ελέγονταν Ζεϊνέλμπεης τούτος,
κ' η γεννιά του κρατούσε, καθώς γνώριζεν από τους παλιούς του, από τη
μέσα την Αρβανιτιά, από την Κρόγια. Τι τάχα παράξενο να ήταν κι αγγόνι
του Καστριώτη ο μπέης τούτος;

Κ' ύστερα, ο Γεροκαλαμένιος μας έβαλε αραδαριά ολόγυρά του κι αρχίνησε
να μας μονολογάη για τον Καστριώτη.

— Άιντε, μωρέ πλιάκ' ιντερμπούαρ, κου ιντέ γκιθ. (Για σου, ωρέ γέρο
ντελή, που τα ξέρεις όλα). Του φώναζαν κάθε τόσο οι αρβανίτες.

Κι ο Γεροκαλαμένιος μας αράδιαζε κομμάτια από τα πολλά του
Σκεντέρμπεη. Μας έλεγε :

— Πριν γεννηθή ο Σκεντέρμπεης, μωρέ παιδιά, η μάνα του, η βασίλισσα
της Αρβανιτιάς, ωνειρεύτηκε πως θα ν' αποχτούσε θεριό ανήμερο κι
ανυπόταχτο. Και σα γεννήθηκε, από τα μικρά μικρά χρόνια παιγνίδια του
ήτανε τ' άρματα. Οι δασκάλοι του, που τον μάθαιναν γράμματα και
βασιλικό φέρσιμο κι ανδρειότη, τον εσυνήθιζαν ταχτικά 'ςτα κυνήγια και
τον έθρεφαν βολές βολές με καρδιές αρκουδιού και με πνεμμόνια από
καπρί. Όντας πήρε ανάστημα και λεβεντιά και κορμί κι αγέρα, κ'
επρόβαλε παλληκαράς κι αντρειωμένος κ' έμαθε πως αγριοδάμαλο του
λόγγου έπεφτε κ' εχάλαε της αδερφής του τα κτήματα κι οπούχε σκοτώσει
όσους είχαν πάει κατά πάνω του, καβαλικεύει τα αχώριστο τ' άλογό του,
το μπάλλιο, κι άδραμε· το απάντησε, και με μια σπαθιά μοναχά του
κατάκοψε την τραχηλιά πέρα ως πέρα και το θανάτωσε. Το ίδιο και μ' ένα
καπρί μέσα 'ςτα ρουμάνια της φραγκιάς, που κυνηγούσαν με της Πούλια το
βασιλιά μαζί. Ο φράγκος βασιλιάς σκιάχτηκε κι ανατρόμαξε 'ςτο
συναπάντημα του θεριού. Ο Σκεντέρμπεης όμως του ρίχτηκε με το δαμισκί
του 'ςτο χέρι και του χώρισε το κορμί σε δύο κομμάτια.

— Την πάλλα του τη φυλάν 'ςτην Πόλη μαζί με τους άλλους θησαυρούς των
Σουλτάνων, καθώς μώλεγε ο μπέης μου· είπε ο Σκέντος. Λένε, μα το Θεό,
πως και το μάλαγμά της μοναχά γιαίνει αρρώστιες και δείχνει θάμματα.

— Ο Σουλτάν Μουχαμέτης, ο Ασβιούκ, όπως τον έλεγαν, ξανάρχισε ο
Γεροκαλαμένιος, που τον πολεμούσε, ακούγοντας πολλά για το σπαθί του,
έστειλε σ' αυτόν άνθρωπό του και του το γύρεψε να το ιδή από
περιέργια. Ο Σκεντέρμπεης το 'στειλε μετά χαράς, κι ο Σουλτάνος
επρόσταξε τους πλέον αντρειωμένους του να το δικιμάσουν. Μα πού να
κάνη όσα έκανε το σπαθί 'ςτα χέρια του αφεντικού του. Ο Σουλτάνος
γυρίζοντας το πίσω τού μήνυσε τούτα. «Τέτοια και καλλύτερα σπαθιά έχω
κ' εγώ μέσα στα ασκέρια μου αμέτρητα και δεν επίστεψα πως μ' ένα
τέτοιο και συ κατορθώνεις τα όσ' ακούω και δοκιμάζω θάμματά σου».

— Ο Σκεντέρμπεης τότες μπροστά 'ςτα μάτια του αποστολάτορα του
Μουχαμέτη κάλεσε να του φέρουν έν' άλογο, χούφτιασε το σπαθί κι αφού
τ' ανέμισε και το 'παιξε λίγο, το κατέβασε σαν αστραπή 'ςτο λαιμό του
ζώου και το χώρισε με μιας.



Pages: | 1 | | 2 | | 3 | | 4 | | 5 | | 6 | | Next |

Main -> Krystallis, Kostas -> Πεζογραφήματα